αρχιεπισκοπή


αρχιεπισκοπή
[архиэпископи] ουσ. Θ. архиепископство,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αρχιεπισκοπή" в других словарях:

  • αρχιεπισκοπή — η 1) резиденция архиепископа, епархиальное управление; 2) территориальная область, на которую распространяется власть архиепископа, епархия …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αρχιεπισκοπή — η (Μ ἀρχιεπισκοπή) η περιφέρεια η οποία ανήκει στη δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου νεοελλ. το κτήριο στο οποίο στεγάζεται η κατοικία ή το γραφείο του αρχιεπισκόπου μσν. το αξίωμα του αρχιεπισκόπου …   Dictionary of Greek

  • αρχιεπισκοπή — η η περιφέρεια στην οποία απλώνεται η δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου, η κατοικία και το γραφείο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κρήτης, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Αρχιεπισκοπή της Κρητικής Εκκλησίας με έδρα το Ηράκλειο, η οποία ιδρύθηκε το 1967 με πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Υπάγεται στην ημιαυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης, με εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στη… …   Dictionary of Greek

  • Κύπρου, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Αρχιεπισκοπή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου με έδρα τη Λευκωσία. Στη δικαιοδοσία της υπάγονται 110 ενοριακοί ναοί, στους οποίους υπηρετούν 205 κληρικοί. Ο αρχιεπίσκοπος φέρει τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου. Πριν… …   Dictionary of Greek

  • Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Ιδρύθηκε ως μητρόπολη το 1922. Έγινε αρχιεπισκοπή αρχικά το 1954· το 1962 διαιρέθηκε σε τέσσερις μητροπόλεις και το 1968 έγινε πάλι αρχιεπισκοπή. Υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ο αρχιεπίσκοπος Θυατείρων …   Dictionary of Greek

  • Αμερικής, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Ιδρύθηκε το 1922 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την ονομασία Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Η σύσταση και η διοίκησή της καθορίζονται με ιδιαίτερο σύνταγμα, που εκδόθηκε από τη σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλίας, Ιερή Αρχιεπισκοπή — Ιδρύθηκε το 1924 ως μητρόπολη Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Το 1959 έγινε αρχιεπισκοπή, ενώ από το 1970 αποσπάστηκε η Νέα Ζηλανδία και αποτελεί ξεχωριστή μητρόπολη. Έχει έδρα το Σίδνεϊ και ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας φέρει και τον τίτλο του… …   Dictionary of Greek

  • Αθηνών, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Εδρεύει στην Αθήνα. Στη δικαιοδοσία της υπάγονται 144 ενοριακοί ιεροί ναοί, 12 κοιμητηρίων και 9 μοναστηριακοί, στους οποίους υπηρετούν 486 εφημέριοι και 40 διάκονοι. Για την πλέον άρτια και αποδοτική περιφερειακή οργάνωση υφίστανται οι παρακάτω… …   Dictionary of Greek

  • Епархии Константинопольского патриархата — В статье представлены краткие актуальные сведения о епархиях Константинопольской православной церкви (Константинопольского патриархата). Все епархии перечислены по регионам их нахождения в алфавитном порядке. Титулы архиереев совпадают с… …   Википедия